Ελληνική Ορολογία
για να αναζητήσετε μιά λέξη στη σελίδα πατήστε Ctrl+F και γράψτε τη λέξη
Α Β C D Ε F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
Absolute Rate Προσφορά που δεν εκφράζεται σε σχέση με μια ιδιαίτερη χρηματοδοτική βάση όπως το LIBOR ή τα επιτόκια εντόκων γραμματίων των ΗΠΑ. Π.χ. 9,125% αντί LIBOR +0,05%.
Accruals Δεδουλευμένοι τόκοι.  
Accrued Days Τοκοφόρες ημέρες από την Previous Pay Date μέχρι την Next Pay Date.
Accrued Liabilities Δεδουλευμένες υποχρεώσεις.
Accrued Interest Δεδουλευμένος τόκος που, όμως, δεν είναι ακόμα πληρωτέος. Ο αγοραστής μιας ομολογίας, για παράδειγμα, πληρώνει στον πωλητή τη συμφωνημένη τιμή συν τον δεδουλευμένο τόκο, που υπολογίζεται από την ημερομηνία της προηγούμενης πληρωμής τόκων ως την ημερομηνία που έγινε η αγοραπωλησία. Ο ίδιος υπολογισμός γίνεται συνήθως στις ανταλλαγές (SWAP).  
Active Χαρακτηρισμός αγοράς στην οποία σημειώνεται μεγάλη δραστηριότητα.
Actuals Τα φυσικά ή τοις μετρητοίς χρηματοδοτικά μέσα σε αντιδιαστολή προς τι προθεσμιακές συμβάσεις.  
Actuarial Reserves Ασφαλιστικά αποθεματικά.  
Add - on Rate Ένα συγκεκριμένο επιτόκιο που πρέπει να πληρωθεί (σε αντιδιαστολή προς χρεώγραφα όπως τα έντοκα γραμμάτια δημοσίου, που πωλούνται σε τιμή κάτω της ονομαστικής τους αξίας και δεν πληρώνουν τόκο).
After Tax Real Rate Of Return Η ονομαστική απόδοση , μετά την αφαίρεση του φόρου, και του πληθωρισμού.
Agent Εταιρία που εκτελεί εντολές ή ενεργεί για λογαριασμό τρίτου και η οποία υπόκειται στον έλεγχο του εντολέα. Οι εταιρίες αυτές εισπράττουν συνήθως αμοιβή ή προμήθεια.  
A.I.B.D. Association of International Bond Dealers Σύνδεσμος Διεθνών Μεσιτών / Διαπραγματευτών Ομολογιών.
All - In - Cost

Συνολικό κόστος μιας οικονομικής συναλλαγής , συμπεριλαμβανομένων των τόκων , διαφόρων περιοδικών επιβαρύνσεων και όλων των αποζημιώσεων, εκφρασμένη επί τις εκατό ετησίως.

All or None Αριθμός νέων χρεωγράφων που δίνεται από τον διαχειριστή κοινοπρακτικού δανείου σε μέλος του συνδικάτου (χρηματοδοτικού ομίλου).  
Allotment Αριθμός νέων χρεωγράφων που δίνεται από τον διαχειριστή κοινοπρακτικού δανείου σε μέλος του συνδικάτου (χρηματοδοτικού ομίλου).
Allowance for Dubious Accounts Πρόβλεψη για επισφαλείς απαιτήσεις.  
Amortization Χρεωλυτική αποπληρωμή.
Announcement Προκειμένου για την έκδοση νέων ομολογιών, η ημέρα στην οποία αποστέλλεται στα πιθανά μέλη του χρηματοδοτικού ομίλου η αναγγελία της προσφοράς και η πρόσκληση προς τους ανάδοχους της έκδοσης ( UNDERWRITERS) και να λάβουν μέρος στη κοινοπραξία.  
Annual Report Ετήσια έκδοση προς τους μετόχους στην οποία περιλαμβάνονται οικονομικά στοιχεία ( ισολογισμοί, αποτελέσματα χρήσεως κερδών, καταστάσεις προέλευσης και διάθεσης κεφαλαίων και πηγές άντλησης πρόσθετων κεφαλαίων) έκθεση ελεγκτού, επιστολή του προέδρου της εταιρείας και άλλες πληροφορίες σχετικά με την εταιρεία.  
Applicable Law Το νομικό καθεστώς( δίκαιο ) που πρέπει να εφαρμοστεί.
Appreciation Βαθμιαία αύξηση της αξίας ενός νομίσματος , που σημειώνεται συνήθως σε μια χρονική περίοδο, ως αποτέλεσμα των δυνάμεων της ζήτησης και της προσφοράς και σ' ένα σύστημα κυμαινόμενων ισοτιμιών. Αντίθετα, η υποτίμηση ( Devaluation ) είναι μία επίσημη κυβερνητική ενέργεια που προκαλεί την ουσιαστική μείωση της τιμής ενός νομίσματος και πραγματοποιείται συνήθως μέσα σε μία νύχτα.  
Arbitrage Αγορά με ταυτόχρονη πώληση τίτλων, χρεωγράφων κ.λ.π. προς αποκόμιση κέρδους από την διαφορά τιμής που τυχαίνει να υπάρχει μεταξύ των δύο αγορών.
Arbitation Διαιτησία.  
Arm (Adjυstable Rate Mortage) Υποθήκη με Προσαρμοσμένο Επιτόκιο. Είδος υποθήκης το επιτόκιο αναπροσαρμόζεται κατά διαστήματα σύμφωνα με τις μεταβολές των άλλων επιτοκίων στην αγορά.
Arrearge Καθυστερημένη πληρωμή ληξιπρόθεσμων προνομιούχων μερισμάτων. Αν είναι συσσωρευτική, η πληρωμή αυτή πρέπει να γίνει πριν από την πληρωμή των κοινών μερισμάτων.
Asked Η τιμή με την οποία οι πωλητές προσφέρουν χρεώγραφα στους αγοραστές.  
Asset account Λογαριασμός στοιχείων ενεργητικού.  
Assignment Εκχώρηση.  
At or Better Όσον αφορά την αγορά μετοχών, εντολή να πραγματοποιηθεί σε συγκεκριμένη τιμή ή μικρότερη. Όσον αφορά την πώληση, εντολή να γίνει σε συγκεκριμένη τομή ή μεγαλύτερη.
Auditor's Opinion On Fairness of Balance Sheet Έκθεση ελεγκτών επί του ισολογισμού προς την εταιρία και τους μετόχους.  
Auxiliary Account Αναλυτικός, βοηθητικός, δευτεροβάθμιος λογαριασμός.  
Average Life Η μέση τιμή του χρόνου λήξης όλων των ομολογιών ενός συγκεκριμένου δανείου, αφού ληφθούν υπ ' όψη οι προβλέψεις αποπληρωμής( π.χ. μειώσεις λόγω δημιουργίας χρεωλυτικού κεφαλαίου ή κεφαλαίου εξαγοράς).
Away Συναλλαγή, προσφορά ή αγορά η όποια δεν προέρχεται από τον ενδιαφερόμενο μεσίτη. Για παράδειγμα ''Η προσφορά είναι 98-10 Away'' δηλαδή ''πιο πέρα'' από την δική μου.  
Back up 1. Αγορά όπου η απόδοση αυξάνεται και η τιμές πέφτουν. 2. Περίπτωση όπου ένας επενδυτής ανταλλάσσει χρεώγραφα με άλλα βραδύτερου χρόνου λήξης (π.χ. από 24 σε 18 μήνες).
Balloon Maturity Όταν ο αριθμός των ομολογιών που λήγουν στο τέλος της διάρκειας ενός δανείου, είναι πολύ μεγαλύτερος από τον αριθμό προηγουμένων λήξεων.  
Bank Discount Rate Aπόδοση που χρησιμοποιείται ως βάση για την αποτίμηση μη τοκοφόρων βραχύχρονων χρεωγράφων. Η πραγματική απόδοση ( σε δεδουλευμένους τόκους) μιας ομολογίας είναι μεγαλύτερη από αυτήν που εκφράζει ένα προεξοφλητικό επιτόκιο. Αυτή η απόδοση είναι που πρέπει να υπολογίζεται όταν γίνεται σύγκριση της απόδοσης μη τοκοφόρου τίτλου με την απόδοση ομολογιών που έχουν τοκομερίδια.
Bank Line Πίστωση ( πιστωτικό όριο ) που χορηγείται από μία τράπεζα σ' ένα πελάτη.  
Bank Wire Σύστημα μεταφοράς μηνυμάτων με ηλεκτρονικό υπολογιστή που συνδέει μεγάλες τράπεζες. Το σύστημα δεν χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση πληρωμών, αλλά για την ενημέρωση των τραπεζών σχετικά με διάφορες συναλλαγές που έχουν ήδη γίνει.
BANS (Bond Anticipation Notes) Εκδίδονται από το δημόσιο ή τις δημοτικές αρχές για την προσωρινή τους χρηματοδότηση και με στόχο την μετέπειτα μετατροπή τους σε μακροπρόθεσμο δάνειο μέσω της έκδοσης ομολογιακού δανείου.  
Basis 1.η διαφορά μεταξύ της τιμής τοις μετρητοίς ενός χρεώγραφου και της αντίστοιχης προθεσμιακής αλλαγής. 2.Ο αριθμός ημερών που αναφέρεται πάνω στο κουπόνι του μερίσματος. 3.Στην αγορά πρώτων υλών είναι η διαφορά μεταξύ της τιμής κάποια στιγμή στο μέλλον και κάποιας άλλης τιμής. Οι συναλλασσόμενοι στην διατραπεζική αγορά χρήματος μιλούν για SPREAD και όχι για BASIS.
Basis Price Η τιμή εκφρασμένη είτε ως ετήσια απόδοση είτε ως απόδοση μέχρι την λήξη.  
Basis Point Ένα εκατοστό μια ποσοστιαίας μονάδας (π.χ. 0,01%) που συνήθως χρησιμοποιείται για την έκφραση διαφορών στη απόδοση τίτλων (7,50%-7,15% = 0,35% ή 35 BASIS POINTS).
Basis Risk Ο κίνδυνος από τη μετάβαση από μια βάση επιτοκίων σε μία άλλη, π.χ. από το LIBOR στα επιτόκια εντόκων γραμματίων των ΗΠΑ .  
BBRAIRS (British Bankers Association Interest Rate Swap ) Σύνδεσμος Βρετανών Τραπεζιτών που καθορίζει τις τιμές των επιτοκίων για συναλλαγές ανταλλαγής επιτοκίων (SWAP).
Bear Άτομο που προσδοκά πτώση τιμών.  
Bear Market Περίοδος όπου οι τιμές έχουν πτωτική τάση και επικρατεί γενικά απαισιοδοξία.
Bearer Bond Ομολογία πληρωτέα στον κομιστή , όπου δηλαδή η κατοχή είναι η μόνη απόδειξη ιδιοκτησίας.  
Beneficial Ownership Η κατοχή μετοχών ή άλλων χρεωγράφων μέσω τρίτων. Μέθοδος που χρησιμοποιείται για την διατήρηση της ανωνυμίας του τελικού ιδιοκτήτη.  
Best-Effort Basis Τα άτομα ή οι οργανισμοί που ασχολούνται με την αγοραπωλησία χρεωγράφων δεν αναλαμβάνουν να αγοράσουν και στη συνέχεια να διαθέσουν εξ ολοκλήρου μια νέα έκδοση χρεωγράφων, αλλά αναλαμβάνουν να πουλήσουν όσα χρεώγραφα θέλει η αγορά.
Best Efforts Underwriting Ο ανάδοχος της έκδοσης αναλαμβάνει να διαθέσει την έκδοση όσο πιο καλά μπορεί αλλά δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για απούλητους τίτλους.  
Beta Coefficient (β) Μεταβλητή που προσδιορίζει την ιστορική διακύμανση της αξίας της μετοχής μιας εταιρίας σε σχέση με τη γενικότερη διακύμανση της αγοράς.
Bid Η τιμή προσφοράς εκ μέρους του αγοραστού για την απόκτηση μετοχών.  
Bills Έντοκά γραμμάτια δημοσίου που εκδίδονται με προεξοφλητική βάση ( τιμή πώλησης μικρότερη από την πραγματική, ο τόκος υπολογίζεται εσωτερικά δηλαδή) συνήθως για χρονικό διάστημα ενός έτους ή μικρότερο.
Bills of Exchange Συναλλαγματική εις διαταγήν: Έγγραφος εντολή απευθυνόμενη από ένα άτομο ( εκδότης ) προς άλλο άτομο ( αποδέκτη ) να πληρώσει ορισμένο ποσό χρημάτων εις διαταγήν τρίτου ( δικαιούχου ). Πληρώνεται επί τη εμφανίσει και σε συγκεκριμένη ημερομηνία.  
Block Μεγάλος αριθμός χρεωγράφων, συνήθως πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που αποτελεί έναν κλήρο ( παρτίδα ) συναλλαγής. Π.χ. στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης η διάθεση 10000 ή περισσότερων μετοχών.
Blue Chip Company Μεγάλη εταιρία με καλή φήμη που θεωρείται μια από τις ασφαλέστερες επενδύσεις στην αγορά.  
Bond Τίτλος που αποδεικνύει την υποχρέωση πληρωμής ορισμένου ποσού. Συμβατική δέσμευση με την οποία ο εκδότης του τίτλου (ομολογία) υπόσχεται να πληρώσει στον κάτοχο, σε ορισμένη μελλοντική ημερομηνία, την ονομαστική αξία του τίτλου συν ένα ορισμένο τόκο.
Bond Swap Τεχνική όσον αφορά τη διαχείριση ενός χαρτοφυλακίου ομολόγων, η οποία συνίσταται στην πώληση ορισμένων και στην αγορά άλλων με στόχο την αύξηση της απόδοσης ή των κερδών, τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης κ.ο.κ.  
Book - Entry Securities Χρεώγραφα που δεν αντιπροσωπεύονται από τίτλους, αλλά φυλάσσονται σε μηχανογραφημένα αρχεία. Σε πολλές περιπτώσεις είναι αδύνατον να υφίστανται και έγγραφοι τίτλοι οι οποίοι, όμως, δεν μεταβιβάζονται από κάτοχο σε κάτοχο , αλλά φυλάσσονται σε ένα κεντρικό γραφείο συμψηφισμού ή σε κάποιο χρηματιστηριακό γραφείο.
Book Value 1. Η αξία με την οποία ένα χρεώγραφο εμφανίζεται στον ισολογισμό του κατόχου του. Η αξία αυτή υπολογίζεται συνήθως ως το κόστος της συντήρησης του χρεωγράφου + ή - χρεολυσία / επαύξηση και είναι δυνατόν να διαφέρει σημαντικά από την τρέχουσα αξία του χρεωγράφου. 2. Η αξία ενός οικονομικού μέσου όπως αυτή εμφανίζεται στα λογιστικά βιβλία η οποία, ωστόσο, μπορεί να είναι διαφορετική από την αγοραία αξία του.  
Bracketing Oμάδα που αναλαμβάνει τη διάθεση των χρεωγράφων κοινοπρακτικού δανείου. Οι μεγάλες επενδυτικές τράπεζες συνήθως αναφέρονται πρώτες αλλά όχι υποχρεωτικά. Η αναφορά των υπολοίπων γίνεται με βάση τη συμμετοχή
Bridge Financing Προσωρινή χρηματοδότηση μιας μορφής ή άλλης.  
Broker Μεσίτης. Άτομο ή οργανισμός που μεσολαβεί μεταξύ δύο ενδιαφερομένων για συναλλαγές. Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να είναι αγοραστής και πωλητής ξένου συναλλάγματος, δανειστής και δανειολήπτης ή δύο συμβαλλόμενοι σε συναλλαγή ανταλλαγής (SWAP) με αντικατοπτριζόμενες ανάγκες επιτοκίων ή συναλλάγματος. Ο μεσίτης δεν ενεργεί ποτέ για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό τρίτων από τους οποίους παίρνει αμοιβή για τις υπηρεσίες του.
Broker Call - Loan Rate Το επιτόκιο που χρεώνουν οι τράπεζες για δάνεια τα οποία χρησιμοποιούν οι χρηματιστές για να χρηματοδοτήσουν τα εγγυητικά περιθώρια( MARGINS) των πελατών διαμορφώνεται συνήθως βάσει του επιτοκίου που πληρώνουν οι χρηματιστές στις τράπεζες, αλλά είναι ανώτερο από αυτό.  
Bull Άτομο που πιστεύει στην άνοδο των τιμών.  
Bull Market Περίοδος κατά την οποία η τάση των τιμών είναι ανοδική και επικρατεί γενικά αισιοδοξία.
Buy Back Εξαγορά. Άλλος όρος για τη σύμβαση επαναφοράς.  
Buy In Αγορά για την κάλυψη, την εξουδετέρωση ή το κλείσιμο ακάλυπτων πωλήσεων. (Πωλήσεων που έχουν γίνει χωρίς ο πωλητής να έχει στα χέρια του χρεώγραφα).
Buy On Close Αγορά με το κλείσιμο του χρηματιστηρίου σε τιμή που πλησιάζει την τιμή κλεισίματος του χρηματιστηρίου.  
Buy On Opening Αγορά με το κλείσιμο του χρηματιστηρίου σε τιμή που πλησιάζει την τιμή ανοίγματος.